|
Δυστυχώς
μέχρι σήμερα δεν έχει δει το φως της
δημοσιότητας καμιά συστηματική
καταγραφή των πολυαρίθμων αρχαίων
λατομείων που "έδωσαν" τα θαυμάσια
μάρμαρα για τη δημιουργία σημαντικών
μνημείων όχι μόνο στον ελλαδικό χώρο,
αλλά σε όλο τον αρχαίο κόσμο.

Σε μια πολύ
ενδιαφέρουσα εργασία του με τίτλο "Το
εις την μαρμαρικήν τέχνη χρήσιμα
πετρώματα της Ελλάδος", ο καθηγητής
του Ε.Μ.Π. κ. Ιωάννης Παπαγεωργάκης έχει
περιλάβει αρκετά ιστορικά στοιχεία.
Επίσης στο βιβλίο του με τίτλο
"MARMOLOGIA", ο Ιταλός Mario Pieri,
επιχειρώντας μια συνοπτική καταγραφή
των μαρμάρων όλου του κόσμου, αναφέρει
αρκετά από τα μάρμαρα που εξορύχτηκαν
στην Ελλάδα από τους αρχαίους χρόνους.
Με Βάση τις δύο
παραπάνω πηγές, αλλά και στοιχεία από
άλλες διάσπαρτες, δημοσιεύονται στη
συνέχεια ορισμένες ενδιαφέρουσες
πληροφορίες για μερικά μόνο από τα
ελληνικά μάρμαρα που εξορύχτηκαν στην
αρχαιότητα. Τα στοιχεία αυτά, "ποτιστική
κληρονομιά" του κλάδου, αποδείξεις
μιας παράδοσης αιώνων στην τέχνη του
μαρμάρου, μπορούν να αποτελέσουν ένα
ακόμη ισχυρό του όπλο για τις εξαγωγικές
επιχειρήσεις μαρμάρου στο σκληρό
ανταγωνισμό που αντιμετωπίζουν στη
διεθνή αγορά.
ΤΟ
ΠΕΝΤΕΛΙΚΟ ΜΑΡΜΑΡΟ
ΒΙΑΝCΟ DI
ΡΕΝDELI
Με τις Bianco di Pendeli,
,Bianco statuaire, Marmo greco fino είναι γνωστά στην
παγκόσμια αγορά τα περίφημα λευκά
μάρμαρα της Πεντέλης, που άρχισαν να
εξορύσσονται κατά την αρχαιότητα στη
νοτιοδυτική πλευρά του όρους, που σήμερα
ονομάζεται Κοιλάδα της Σπηλιάς. Από τα
πεντελικά μάρμαρα έχουν κατασκευαστεί ο
Παρθενώνας, το Ερεχθείο, τα Προπύλαια
της Ακρόπολης, το θησείο, ο ναός του
Ολυμπίου Διός και πολλοί άλλοι ναοί και
μνημεία των Αθηνών και άλλων αρχαίων
πόλεων της Ελλάδας.
Σήμερα στην
περιοχή των αρχαίων λατομείων και σε
υψόμετρο 700 μέτρων διατηρείται σε
σχετικά καλή κατάσταση ένα από τα αρχαία
μέτωπα εξόρυξης.
Η νεότερη
εξόρυξη στην Πεντέλη άρχισε το 1836, επί
της βασιλείας του Όθωνα και συνεχίστηκε
μέχρι το 1976 σε διάφορες θέσεις της
νότιας πλευράς του Πεντελικού όρους.
Κατά τους νεότερους χρόνους,
κατασκευάστηκαν με το Πεντελικό μάρμαρο
η Βαλλιάνειος Βιβλιοθήκη, η Ακαδημία
Αθηνών και πολλά άλλα σημαντικά κτίρια.
Από το 1976 η
εξόρυξη πεντελικού μαρμάρου
συνεχίζεται μόνο στη βόρεια πλευρά της
Πεντέλης, στην περιοχή του Διονύσου, την
αθέατη από το λεκανοπέδιο των Αθηνών.
Τα πεντελικά
μάρμαρα παρουσιάζουν σχιsτότητα,
ιδιότητα που διευκολύνει την εξόρυξη
των ογκόλιθων και γίνεται ιδιαίτερα
αντιληπτή κατά τη μηχανική επεξεργασία
του πετρώματος.
'Εχουν λεπτό
υποσακχαροειδή ιστό και μεγάλη
συνεκτικότητα, φυσιολογική αντοχή στη
θραύση και στιλβώνονται εύκολα.
Είναι χρώματος
λευκού, μεγάλης καθαρότητας, χωρίς
διάστιξη και διεσπαρμένες φλέβες.
Όταν τα
πεντελικά μάρμαρα εκτεθούν στους
ατμοσφαιρικούς παράγοντες,
δημιουργείται χρυσό επιφανειακό
επίχρισμα, που κάνει ιδιαίτερα
επιβλητικά τα αγάλματα που κατασκευάzoνται
από το μάρμαρο αυτό.Το Πεντελικό μάρμαρο
χρησιμοποιείται ιδιαίτερα στη
διακοσμητική και αρχιτεκτονική και
είναι κατάλληλο και για εξωτερικές
χρήσεις, όταν δε διαθέτει τον κατάλληλο
ιστό και χρωματισμό μπορεί να
χρησιμοποιηθεί και στη γλυπτική.
Δύο ιδιαίτεροι
τύποι των πεντελικών μαρμάρων γνωστοί
από την αρχαιότητα είναι το Pentelique Statuaire
και το marmo greco fino ή marmor pentelicum, όπως το
ονόμαζαν οι Ρωμαίοι.
Ο τύπος Pentelique
Statuaire διαφέρει από το Λευκό μάρμαρο ως
προς την απόχρωση του Λευκού που είναι
αδύνατο να περιγραφεί. Μόνο ένας ειδικός
είναι σε θέση να εκτιμήσει τη διαφορά.
Αυτός ο τύπος
του πεντελικού μαρμάρου
χρησιμοποιήθηκε στην αρχιτεκτονική,
ιδιαίτερα όμως σιη γλυπτiκή.
Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι κατά την
κλασική περίοδο, οι γλύπτες
χρησιμοποιούσαν το πεντελικό μάρμαρο
για την κατασκευή των γυμνών μερών των
αγαλμάτων.
Το Pentelique Statuaire
είναι μάρμαρο εξαιρετικής ποιότητας και
μοναδικό στο είδος του. Τα μόνα μάρμαρα
με τα οποία θα μπορούσε να συγκριθεί,
είναι εκείνα της Carrara και της Versillia, χωρίς
όμως να έχει προσδιοριστεί ένας
συγκεκριμένος τρόπος διάκρισης μεταξύ
τους.

Ο τύπος greco fino
είχε τις περισσότερες εφαρμογές στην
αρχιτεκτονική των Ρωμαίων και στην
ελληνική γλυπτική. Είναι ένα μάρμαρο
κατάλευκο και λεπτοκοκκώδες (διαφορά
από το μεσοκοκκώδες μάρμαρο της Πάρου).
Με το μάρμαρο αυτό έχει κατασκευαστεί
ένας Ερμής, με το κεφάλι του νεαρού
Αύγουστου, που βρίσκεται στο μουσείο
CHIAROMONTI του Βατικανού, στη Ρώμη.
ΤΟ ΜΑΡΜΑΡΟ
ΤΗΣ ΘΑΣΟΥ
Το μάρμαρο αυτό
ανακαλύφθηκε στη Θάσο από τους Φοίνικες,
οι οποίοι από το 24 π.Χ. είχαν μετατρέψει
το νησί σε μεγάλο ναυτιλιακό κέντρο.
Τα πολυάριθμα αρχαία
λατομεία που συναντώνται σήμερα στο
νησί αποδεικνύουν ότι εκεί γινόταν
συστηματική και εντατική εκμετάλλευση
του μαρμάρου. Από στοιχεία που υπάρχουν
από έρευνες της Γαλλικής Αρχαιολογικής
Σχολής τα αρχαία λατομεία λειτούργησαν
κατά τους αρχαϊκούς χρόνους, κυρίως όμως
κατά τους κλασικούς και ρωμαϊκούς
χρόνους, αλλά και κατά τους Βυζαντινούς.
Το θάσιο μάρμαρο είχε
χρώμα λευκό κιτρινωπό, με συμπαγή ιστό
και λαμπυρίζοντες, μέτριου μεγέθους
κρυστάλλους, θεωρούταν υλικό μέτριας
ποιότητας, σε σύγκριση με τα άλλα
ελληνικά μάρμαρα, χρησιμοποιήθηκε όμως
ευρύτατα, τόσο από τους Έλληνες όσο και
από τους Ρωμαίους. Από αυτό το μάρμαρο
έχει κατασκευαστεί η Αψίς του Γαλέριου,
στη Θεσσαλονίκη.
Στη Θάσο λευκό
χοντρόκοκκο μάρμαρο έβγαινε από την
αρχαιότητα στη χερσόνησο της Αλυκής ΝΑ
του νησιού, όπου αντικρίζει κανείς μέχρι
σήμερα μεγάλους όγκους μαρμάρου,
κομμένους πολυεδρικά. Επίσης στη Θάσο
λευκό μάρμαρο εξορυσσόταν στο ακρωτήριο
Φανάρι, στη ΒΑ πλευρά του νησιού, όπου
πάλι φαίνονται οι αρχαίες λατομήσεις,
καθώς και στο ακρωτήριο Βαθύ πιο πάνω,
στην ακτή του οποίου είδε ο αρχαιολόγος
W. Deonna το 1990 καλυμμένα από λαξευμένα
μάρμαρα, σπονδύλους κιόνων, μέλη
σαρκοφάγων από πέτρες κατεργασμένες
τοξοειδώς. Ίχνη λάξευσης σιις πέτρες
βλέπει κανείς και σήμερα σία μέρη αυτά.
Είναι γνωστό και το
λατομείο του Ακήρατου, ενός Θάσιου που
στο τέλος του 6ου αιώνα π.Χ. έκτισε έναν
πύργο στο ακρωτήριο του Πύργου της Θάσου.
Ο πύργος ήταν και το μνήμα του, όπως
μαθαίνουμε από την επιγραφή στα ερείπια
του: "Είμαι το μνήμα του Ακήρατου, του
γιου του Φρασιηρίδη και κοίτομαι στην
άκρη του καραβοστασιού, Σώζοντας τα
πλοία που ταξιδεύουν και τους ναύτες.
Αλλά χαίρετε" (Inscr. Graec. XII, 8, 683). Ένα άλλο
Λατομείο που έγινε για τη δημιουργία δύο
Κρυοφόρων Κούρων — ο ένας από τους
οποίους βρίσκεται στο μουσείο Θάσου-ήταν
μάλλον στην Ακρόπολη του νησιού, στο
Ιερό του Πύθιου Απόλλωνα.
Το θασίτικο μάρμαρο
εξαγόταν στη Σαμοθράκη, στα γειτονικά
νησιά, στις ακτές της Μ. Ασίας, στη νότια
Ελλάδα. Στο κέντρο του Ιερού των Μεγάλων
θεών στη Σαμοθράκη το
Τέμενος, ένας ορθογώνιος περίβολος που
κτίστηκε γύρω στο 340 π.Χ., ανάθημα ίσως
του Φιλίππου, είχε πρόπυλο από θασίτικο
μάρμαρο. Η ανωδομή της θόλου, ενός
κτιρίου που η βασίλισσα Αρσινόη, θρυλική
για τις μηχανορραφίες της, ακόμα και
εναντίον του ίδιου του συζύγου της,
βασιλιά της Θράκης Λυσιμάχου, αφιέρωσε
στο Ιερό το 288-281 π.Χ., ήταν επίσης από
θασίτικο μάρμαρο.
Στη Ρώμη αργότερα το
θασπικο μάρμαρο εισαγόταν σε μεγάλες
ποσότητες κατά τους Αυτοκρατορικούς
χρόνους, από τον 1ο αιώνα π.Χ. ως τον 3ο
αιώνα μ.Χ. Ο Πλίνιος (Hist. Nat., XXXVI, 6, 64)
γράφει ότι στη Ρώμη άρεσαν πολύ τα
μάρμαρα Θάσου.
Για το θασίτικο μάρμαρο
υπάρχουν πολλές αναφορές σε αρχαία
κείμενα:Ο Βιτρούβιος που γράφει το 25-23 π.Χ.
αναφέρει (De Archit. Χ, II, 15) ότι ο βοσκός
Πιξόδαρος μαΖί με κατοίκους της Εφέσου
αποφάσισε να ιδρύσει στην πόλη ιερό της
Αρτέμιδος. Τα μάρμαρα του κτιρίου θα τα
έφερναν από την Πάρο, την Προκόννησο, την
Ηράκλεια και τη Θάσο. Ο Πλούταρχος τον Ιο
αιώνα μ.Χ. στους Παράλληλους Βίους του (Κάτων,
11) γράφει ότι ο Κάτων έφτιαξε για τον
αδερφό του μνημείο από θασίτικο μάρμαρο
στον Αίνο της Θράκης. Ο Σενέκας, που
επισκέφθηκε την έπαυλη του Σκιπίωυα του
Αφρικανού στη Ρώμη, εκτιμώντας το ήθος
του άντρα και τη λιτή κατοικία του,
σαρκάζει (Epist.. 86, 6) τους σύγχρονους, τους
νεόπλουτους τον 1ου αιώνα μ.Χ. για τη
σπάταλη, χωρίς πνευματικότητα ζωή τους,
που την εξόδευαν στο πώς να διακοσμήσουν
με μάρμαρα τα σπίτια τους. “Μα ποιος
στην εποχή μας θα μπορούσε ν’ αντέξει
ένα τέτοιο παλιομοδίτικο μπάνιο σαν του
Σκιπίωνα; Εμείς θεωρούμε τους εαυτούς
μας φτωχούς και μίζερους, αν η πισίνα μας
δεν έχει επενδυθεί με θασίτικο μάρμαρο”.
Ο Σουπιώνιος συγγραφέας του 1ου αιώνα π.Χ.,
σημειώνει ότι ο οικογενειακός τάφος των
Δομπίων, όπου τάφηκε και ο Νέρων, είχε
κατασκευασθεί από θασίτικο μάρμαρο. Ο
Παυσανίας επίσης που περιηγείτο την
Ελλάδα επισημαίνει ότι πριν φθάσει
κανείς στο ναό του Ολυμπίου Διός στην
Αθήνα συναντούσε δύο ανδριάντες του
Αδριανού από μάρμαρο Θάσου.

ΤΟ ΜΑΡΜΑΡΟ
ΤΗΣ ΝΑΞΟΥ
ΜΑRΜΟ DΙ
ΝΑΧ0S
Το μάρμαρο αυτά
εξορυσσόταν κατά την αρχαιότητα από τα
λατομεία του Απόλλωνα, όπου
διατηρούνται ακόμα πολλά ίχνη αρχαίων
εργασιών.
Το μάρμαρο των
λατομείων του Απόλλωνα είναι λευκά με
μία ελαφριά ανοικτάτεφρη απόχρωση και
με σκοτεινότερη περιοχές και ραβδώσεις,
ενώ συχνά εμφανίΖεται διάστικτο από
μεμονωμένους τεφρούς κόκκους. Είναι
αδιαφανές και χονδροκοκκώδες.
Ο Κολοσσός της
Ρόδου, άγαλμα ημιτελές, μήκους
10,5 μέτρων, έχει κατασκευασθεί από το
μάρμαρο αυτό.
Ο ΛΥΧΝΙΤΗΣ
ΤΗΣ ΠΑΡΟΥ
MARMO
GRECHETO DURO
Πρόκειται για το
περίφημο μάρμαρο της Πάρου με το όνομα
"Αυχνιτης" ή "λυχνίας μάρμαρος".
Επειδή η αντοχή του
πετρώματος είναι αρκετά μεγάλη το
μάρμαρο αυτό είναι γνωστό στην Ιταλία
σαν Marmo Greco χωρίς όμως να έχει την έννοια
της μεγαλύτερης σκληρότητας σε σχέση με
τα άλλα .είδη μαρμάρου.
Το αρχαίο λατομείο του
Αυχνιτη βρίσκεται σε απόσταση 5,5 χλμ. από
την Παροικία της Πάρου και η εξόρυξη ίου
γινόταν υπόγεια, με τη διάνοιξη
εκτεταμένων στοών. Το στρώμα του λυχνίτη
που βρισκόταν μεταξύ των στοών και ίων
υπόγειων χώρων εξορύχτηκε σχεδόν
ολοκληρωτικά κατά την αρχαιότητα. ;
Τα ίχνη των αρχαίων
εργασιών διατηρούνται ακόμα.
Ο λυχνίτης είναι
χιονόλευκος με μια ελαφρά κυανότεφρη
απόχρωση και είναι ένα μεσοκοκκώδες
πέτρωμα με γρανοβλαστικό ιστό. Οι
κρύσταλλοι ασβεστίτη, ανώμαλου γενικά
σχήματος, είναι διαυγείς, ιδιότητα στην
οποία οφείλεται η μεγάλη διαφάνεια
δειγμάτων πάχους μέχρι 35 χιλιοστά. Η
διαφάνεια αυτή προσδίδει ιδιαίτερη
αίγλη και Ζωηρότητα στα αγάλματα που
κατασκευάστηκαν από λυχνίτη, κυρίως στα
τμήματα που παριστούν τα γυμνά μέρη του
ανθρώπινου σώματος.
Ο λυχνίτης
χρησιμοποιήθηκε για τη δημιουργία των
πιο ωραίων αγαλμάτων της αρχαιότητας,
όπως είναι η Αφροδίτη της Μήλου και ο
Ερμής του Πραξιτέλη.
Χρησιμοποιήθηκε επίσης
στην κατασκευή του Ναού της Ιερουσαλήμ,
ενώ λέγεται ότι το δάπεδο στο παλάτι του
βασιλιά της Περσίας Ξέρξη
κατασκευάστηκε από μάρμαρο smeraldino και
λυχνίτη.
Παρ’ όλο που κατά τους
νεότερους χρόνους έγινε κατά περιόδους
εξόρυξη μικρών ποσοτήτων λυχνίτη από τα
υπόγεια μέτωπα, η εξόρυξη σήμερα
θεωρείται ασύμφορη.
ΤΟ ΜΑΡΜΑΡΟ
ΤΗΣ ΠΑΡΟΥ
MARMO PARIO
Μάρμαρο της Πάρου που
εξορυσσόταν από την αρχαιότητα στο νησί.
Είναι πέτρωμα χονδροκοκκώδες με
σακχαροειδή συμπαγή ιστό και δεν
παρουσιάζει δυσκολίες σττην στίλβωση
και γενικά στην επεξεργασία. Οι μεγάλοι
κρύσταλλοι παρέχουν στο πέτρωμα
μεγαλύτερη λάμψη και καθαρότητα
χρώματος, σε σχέση με το μάρμαρο της
Πεντέλης. Πλάκες πάχους μέχρι 35 χιλ.
είναι διαφανείς. Το μαργαριτοχρούν
μάρμαρο της Πάρου είναι μίά ποικιλία του
προηγούμενου και έχει πάρει αυτή την
ονομασία από τη λεπτή μαργαριτώδη
απόχρωσή του. Δεν έχει κανένα χρωματισμό
και είναι κατάλληλο για την κατασκευή
αγαλμάτων και για εφαρμογές στην
αρχιτεκτονική και διακόσμηση.
Αναφέρεται ότι στην αρχαία Ελλάδα
χαράσσονταν τα αποφθέγματα πάνω σε
πλάκες από μάρμαρο Πάρου.
ΤΟ ΜΑΡΜΑΡΟ
ΤΟΥ ΥΜΗΤΤΟΥ
MARMO IMETTO
ANTICO
Το μάρμαρο αυτό είναι
γνωστό σαν “υμήττιο μάρμαρα”, και
χρησιμοποιήθηκε κατά τους
αρχαιοελληνικούς χρόνους για την
κατασκευή απλών μνημείων. Αργότερα οι
Ρωμαίοι που το ονόμαζαν marmor imettium,
συνέχισαν εντατικά την εξόρυξη και το
μετέφεραν στη Ρώμη με την μορφή μεγάλων
ογκόλιθων. Την εποχή εκείνη η εξόρυξη
γινόταν κυρίως στη ΒΑ πλαγιά και στους
πρόποδες του Υμηττού. Σήμερα ελάχιστα
ίχνη των αρχαίων λατομείων διατηρούνται,
γιατί εξαλείφθηκαν από τη εντατική
εκμετάλευση των νεώτερων χρόνων. Το
Μάρμαρο του Υμηττού έχει συμπαγή
μακροκρυσταλλικό ιστό. Κατά θέσεις το
πέτρωμα αποτελείται από μάζα τόσο
λεπτοκοκκώδη που η όλη εμφάνισή του
δίδει την εντύπωση στυφρού ασβεστόλιθου.
Το υμήττειο μάρμαρο
ήταν το πρώτο που εισήγαγαν οι Ρωμαίοι
από το εξωτερικό. Το μάρμαρο εισαγόταν
με τη μορφή κολόνων, πολλές από τις
οποίες υποστηρι'ζουν τον κύριο νάρθηκα
στο Ναό της S. Maria maggiore, στο S. Pietro στο Vincali
και στην εκκλησία του S. Paolo.
Το πέτρωμα που
εξορύχτηκε κατά τους νεότερους χρόνους
χρησιμοποιήθηκε κυρίως για
πλακοστρώσεις, ενώ είχε ελάχιστες
εφαρμογές σης εξωτερικές επενδύσεις,
μια από τις οποίες αποτελείτο κτίριο της
Αγροτικής Τράπεζας Θεσσαλονίκης.
ΤΟ ΜΑΡΜΑΡΟ
ΤΗΣ ΑΓΡΙΛΕΖΑΣ
MARMO DI AGRILEZA
Πρόκειται για το
μάρμαρο της Λαυρεωτικής. Στην κοιλάδα
της ΑγριλέΖας, 4 περίπου χιλιόμετρα
βόρεια του ακρωτηρίου του Σουνίου,
υπάρχουν αρχαία λατομεία, από τα οποία
εξορύχτηκε το μάρμαρο για την
οικοδόμηση των ναών του Ποσειδώνα και
της Αθηνάς στο Σούνιο. Το μάρμαρο της
ΑγριλέΖας είναι λευκό, έχει όμως ανοικτή
κυανότεφρη απόχρωση και φέρει συχνά
τεφρές ραβδώσεις. Ο ιστός είναι
γρανοβλαστικός και λεπτοκοκκώδης.
Σε αντίθεση με τα
μνημεία που κατασκευάστηκαν από το
πεντελικό μάρμαρο, τα μάρμαρα των ναών
του Σουνίου δε φέρουν τη χαρακτηριστική
καστανόχρωμη πατίνα, παρόλο που έχουν
υποστεί έντονη διάβρωση. Αυτό οφείλεται
στην απουσία σιδηρούχου σκόνης από τα
μάρμαρα της Αγριλέζας. Η σκόνη που
παρατηρείται μακροσκοπικά είναι
αργιλοπυριτικής σύστασης και σε αυτή
οφείλεται το λευκό χρώμα του μαρμάρου.
Οι γκρίζες αποχρώσεις οφείλονται στην
ύπαρξη ανθρακούχου σκόνης και στη
διαύγεια και διαφάνεια του ασβεστίτη.
ΤΟ
ΜΑΡΜΑΡΟ ΤΗΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ
SELENITE DI CORFU
Πρόκειται για ένα
μάρμαρο που εξορυσσόταν στην Κέρκυρα
κατά την αρχαιότητα. Εμφανίσει
υποσακχαροειδή, αρκετά συμπαγή ιστό,
είναι μεσοκοκκώδες, με μέσες τιμές
σκληρότητας και παρουσιάzει μικρή
αντοχή στη θραύση. Είναι χρώματος
λευκότεφρου.
Σημειώνεται ότι η
ονομασία που έχει δοθεί στο κερκυραϊκό
μάρμαρο είναι λανθασμένη.
ΤΟ
ΜΑΡΜΑΡΟ ΤΗΣ ΛΑΚΩΝΙΑΣ
ΜΑRΑΤΗΟΝ DE
GRECE
Το μάρμαρο αυτό
εξορυσσόταν σε περιοχή του νομού
Λακωνίας. Χαρακτηρίζεται από
υποσακχαροειδή συμπαγή ιστό και
κοκκώδες μέτριου μεγέθους. Παρουσιάζει
μέτρια αντοχή στη θραύση.
Σε στιλβωμένη
επιφάνεια παρουσιάζει ένα λευκόγκρίζο
φόντο που διασχίζεται από αρκετές, καλά
σχηματισμένες ανοιχτόχρωμες φλέβες.
Γενικά, πρόκειται για
υλικό μέτριας ποιότητας και συνιστάται
περισσότερο για εσωτερικές χρήσεις.
ΤΟ
ΜΑΡΜΑΡΟ ΤΗΣ ΚΟΡΙΝΘΟΥ
MARMO GIALLO TIGRATO
ANTICO
Οι αρχαίοι Ρωμαίοι
έδωσαν στο μάρμαρο αυτό την ονομασία marmor
corinthium+, γιατί εξορυσσόταν σε περιοχή της
Κορίνθου. Σε στιλβωμένη επιφάνεια
παρατηρείται ένα φόντο ανοιχτού,
χρώματος με σκουρόχρωμες κυκλικές
φλέβες, που κατά τόπους εμφανίζονται
ιδιαίτερα έντονες; με αποτέλεσμα το
μάρμαρο αυτό να παρουσιάζει μεγάλη
ομοιότητα με το δέρμα του πάνθηρα ή της
λεοπάρδαλης. Παρέχει άριστα στιλβωμένες
επιφάνειες, εμφανίζεται όμως μερικές
φορές διάτρητο από τρύπες, γεγονός που
το καθιστά ακατάλληλο για ορισμένες
χρήσεις.
ΤΟ ΜΑΡΜΑΡΟ
ΤΗΣ ΟΛΥΜΠΙΑΣ
MARMO GRECO
DURO ANTICO
Επειδή το μάρμαρο αυτό
είχε λεπτότερη και ελαφρότερη δομή, οι
αρχαίοι Ρωμαίοι του έδωσαν την ονομασία
marmor porinum (πόρος, άνοιγμα) ,θέλοντας να
κάνουν έναν παραλληλισμό με το πορώδες
των τάφων. Η παρατήρηση όμως αυτή δεν
ήταν αξιόπιστη, γιατί το μάρμαρο αυτό
ήταν συγχρόνως αρκετά συμπαγές, μάλλον
σκληρό και χρησιμοποιούταν πολύ στη
γλυπτική, παρ’ όλο που δεν ήταν υλικό
άριστης ποιότητας.
Τα λατομεία όπου
γινόταν η εξόρυξη, βρίσκονταν κοντά στην
Ολύμπιο της Πελοποννήσου. Με το μάρμαρο
αυτό κατασκευάστηκαν οι τοίχοι του ναού
του Ολυμπίου Διός, ο τάφος του Δαρείου
στην Περσέπολη και το γλυπτό "Belvedere,
που κοσμεί Το μουσείο του Βατικανού.
ΤΟ ΜΑΡΜΑΡΟ
ΤΗΣ ΛΕΣΒΟΥ
MARMO GRECO
GIALLOGNOLO
Οι Ρωμαίοι το ονόμαζαν
Marmo Lesbium γιατί η εξόρυξή του γινόταν στη
Λέσβο. Με το Μάρμαρο αυτό
κατασκευάστηκαν η Αφροδίτη του
Καπιτωλίου και το άγαλμα της Giulia Pia που
βρίσκεται στο μουσείο του Βατικανού στη
Ρώμη.
Επίσης το υλικό αυτό
χρησιμοποιήθηκε πολύ στις κατασκευές
τάφων και μνημείων.
ΤΟ ΜΑΡΜΑΡΟ
ΤΟΥ ΤΑΙΝΑΡΟΥ
ΜΑRΜΟ
ΝΕΡΟ ANTICO
Οι Ρωμαίοι το ονόμαζαν
Marmor taenarium, γιατί η εξόρυξη του γινόταν
κοντά στο Ακρωτήριο Ταίναρο της νότιας
Πελοποννήσου. Πολλοί αρχαίοι συγγραφείς
το ονομάζουν "μέλαν μάρμαρο", χωρίς
όμως να δίνουν πληροφορίες για τα
λατομεία του. Νεότεροι ερευνητές που
αναζήτησαν τα λατομεία αυτά σε όλη την
περιοχή του ακρωτηρίου Ταίναρο δεν
μπόρεσαν να εντοπίσουν τη θέση όπου
εξορυσσόταν το μαύρο αυτό πέτρωμα.
Η χερσόνησος του
ακρωτηρίου Ταίναρο αποτελείται κυρίως
από κυανότεφρα ως σχεδόν λευκά μάρμαρα,
τα οποία δεν έχουν καμία σχέση με το Nero
antico Πάντως το πέτρωμα αυτό είναι
ωραιότατο και στην αρχαιότητα θεωρούταν
το μάρμαρο πολυτελείας. Ήταν
λεπτοκοκκώδες με συμπαγή ιστό και 6αθϋ
μαύρο χρώμα. Μερικές φορές στο μαύρο
φόντο διακρίνουμε πολλές, μικρές, Λευκές,
τριχοειδείς γραμμώσεις.
Δείγματα από το μάρμαρο
αυτό υπάρχουν στο μουσείο του
Καπιτωλίου στη Ρώμη, δύο κολόνες στην
Εκκλησία της Regina coeli, ένα θαυμάσιο τραπέzi
στο μέγαρο altemps.
ΤΟ ΜΑΥΡΟ
ΤΗΣ ΧΙΟΥ
ΜΑRΜΟ AFRICANO
ANTICO
Οι Ρωμαίοι το ονομαζαν
Marmor chium γιατί εξορυσσόταν στη Χίο. Στη
συνέχεια το μάρμαρο αυτό πήρε, κακώς, την
ονομασία Africano.
Σύμφωνα με την αναφορά
του Πλίνιου (1ος αιώνας μ.Χ.) το μάρμαρο
αυτο ήταν μαύρο με πολύχρωμες κηλίδες,
χωρίς να διασχίζεται από φλέβες. Επίσης
διέθετε συμπαγή δομή και παρουσίαζε
μεγάλη σκληρότητα.
Εκείνα τα χρόνια
γινόταν συστηματικότερη εκμετάλλευση
του μαρμάρου αυτού και η ετήσια παραγωγή
του ήταν πολύ υψηλή. Με το υλικό αυτό
κατασκεύασαν τα τείχη της πόλης της Χίου.
Δείγματα από το μάρμαρο
Africano υπάρχουν στην Ιταλία και
συγκεκριμένα στη Ρώμη. Οι κολόνες της
πρόσοψης της Βασιλικής του Αγίου Πέτρου
έχουν κατασκευαστεί από αυτό το μάρμαρο
και στην οκταγωνική αυλή του Μουσείου
του Βατικανού υπάρχει ένα κομμάτι
κολόνας, που θεωρείται το ωραιότερο
δείγμα του μουσείου.
Υπήρχαν και άλλες
ποικιλίες μαρμάρου, που εξορύσσονταν
στη Χίο κατά την αρχαιότητα, όπως το grigio
africanato με τεφρές κηλίδες και το verde africanato
με πράσινες κηλίδες.
ΤΟ ΜΑΡΜΑΡΟ
ΤΗΣ ΡΟΔΟΥ
MARMO GIALLO
E NERO ANTICO
Οι Ρωμαίοι ονόμασαν το
μάρμαρο αυτό marmor rodium γιατί εξορυσσόταν
κατά την αρχαιότητα από λατομεία της
Ρόδου. Το νησί αυτό ήταν επικεφαλής των
νησιών της Ρωμαϊκής Επαρχίας επί
Διοκλητιανού (297 π.Χ.).
Κατά τον Πλίνιο, το
μάρμαρο αυτό είχε συμπαγή, ανθεκτικό
ίσιο, το δε μαύρο φόντο διέσχιζαν
πολυάριθμες χρυσές φλέβες.
Το προσωπείο στον τάφο
του Παύλου 111 ( Ρωμαίος Πάπας, 1534-1549), στο
Βασιλικό Βοτανικό, έχει κατασκευαστεί
με τέτοιο μάρμαρο, το οποίο παρουσιάζει
μεγάλη ομοιότητα με το ιταλικό μάρμαρο
"portoro", που εξορύσσεται στην περιοχή
της La sSpezia.
Αποκλείεται ωστόσο να
χρησιμοποιήθηκε το ιταλικό μάρμαρο για
την κατασκευή του μνημείου, γιατί όταν
άρχισε η εξόρυξη του, ο γλύπτης του
προσωπείου, Goulielmo de la Porta (1500-1577) είχε ήδη
πεθάνει.
Από το μάρμαρο της
Ρόδου έχουν επιπλέον κατασκευαστεί
γλυπτές διακοσμήσεις θυρών, παραθύρων
και κιόνων στο Παλάτι Ιπποτών της Ρόδου.
Τέλος, αναφέρεται ότι
το μάρμαρο της Ρόδου μπορεί να θεωρηθεί
μάρμαρο portoro antico
ΤΟ ΡΟΖ ΤΗΣ
ΗΠΕΙΡΟΥ
ROSE EPIRE
Το μάρμαρο αυτό
εξορυσσόταν κατά την αρχαιότητα στην
Ήπειρο. Πρόκειται για συμπαγή
ασβεστόλιθο που μετατράπηκε με
μεταμόρφωση σε κρυσταλλικό μάρμαρο.
Χαρακτηρίzεται από ένα φόντο χρώματος
κιτρινωπού με ελαφριά ροζ απόχρωση, μέσα
στο οποίο διακρίνονται φλέβες σε
αποχρώσεις του κόκκινου, που
αναπτύσσονται σε σχήμα zik-zak. Επιπλέον
παρατηρούνται διασπαρμένα, διάφορα
ιδιόμορφα σχήματα γκρι'zου χρώματος, ενώ
μέσα στη συμπαγή μαzα υπάρχουν αρκετά
υπολείμματα απολιθωμάτων. Έτσι το
μάρμαρο αυτό αποτελεί ένα κροκαλοπαγές
πέτρωμα με αρκετά μεγάλη σκληρότητα και
αντοχή στη θραύση. Επεξεργάzεται με
ευκολία, είναι ανθεκτικό, συμπαγές και
αποτελείται από πυκνή κοκκώδη μάzα. Το
χρώμα των χαρακτηριστικών φλεβών του
μαρμάρου της Ηπείρου, οφείλεται στην
περιεκτικότητα του σε αιματίτη.
Είναι υλικό πολύ καλής
ποιότητας, κατάλληλο και για εξωτερικές
χρήσεις. Από το ροδόχρωμο αυτόν
ασβεστόλιθο αποτελούνται οι επενδύσεις
των λουτρών των βασιλικών ανακτόρων
Αθηνών και Τατοΐου, οι επενδύσεις του
προθάλαμου του Αρχαιολογικού Μουσείου
Αθηνών κ.ά.
ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ
ΤΗΣ ΕΡΕΤΡΙΑΣ
ROSSO DI
ERETRIA
Πρόκειται για το γνωστό
μάρμαρο της Ερέτριας, που οφείλει το
άνομα του στην αρχαία πόλη Ερέτρια, από
την οποία σήμερα έχουν απομείνει μόνο τα
ερείπια του λιμανιού και της ακρόπολης.
Η παρουσία των αρχαίων λατομείων, που
βρίσκονται 3 χλμ. βορειοδυτικά της
Ερέτριας, αποδεικνύει ότι το πέτρωμα
αυτά χρησιμοποιήθηκε πολύ κατά τους
αρχαίους και βυzαντινούς χρόνους σαν
υλικό διακόσμησης ναών και κτιρίων.
Το μάρμαρο της Ερέτριας
έχει λεπτοκοκκώδη μάzα και γρανοβλασπκό
ιστό. Επίσης έχει υψηλή αντοχή στη
θραύση, μεγάλη σκληρότητα και
στιλβώνεται εύκολα.
Χαρακτηρίζεται από
μεγάλη ποικιλία σχεδίων με καστανέρυθρα,
ερυθροϊώδη, ρόδινα, λευκά και
πρασινότεφρα χρώματα σε διάφορες
αποχρώσεις. Οι λευκές και τεφρές
περιοχές σχηματίζουν φλέβες ποικίλης
μορφής και μεγέθους. Επιπλέον
παρατηρούνται διασπαρμένα μαύρα
φλεβίδια και στίγματα.
Οφείλει τη χρωματική
του απόχρωση στην περιεχόμενη
αιματιτική σκόνη, ενώ συμβάλλει και το
περιεχόμενο μαγγάνιο που σταθεροποιεί
περισσότερο το χρώμα και το καθιστά
λιγότερο ευαίσθητο στη δράση των
ατμοσφαιρικών παραγόντων.
Το μάρμαρο της Ερέτριας
αποτελεί άριστο υλικό διακόσμησης
εσωτερικών χώρων και κτιρίων, χάρη στα
Ζωηρά χρώματα του, που συνθέτουν μεγάλη
ποικιλία σχεδίων. Για το λόγο αυτό,
χρησιμοποιείται ευρύτατα στη
διακόσμηση και στην αρχιτεκτονική.
ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ
ΤΗΣ ΧΙΟΥ
BRECCFIATO
ROSSO ANTICO
Οι αρχαίοι Ρωμαίοι το
ονόμασαν Lidium. Εκτιμάται ότι το μάρμαρο αυτό
εξορυσσόταν μάλλον σε κάποια περιοχή
της Χίου, απ' όπου άλλωστε εξορυσσόταν
και το μεγαλύτερο μέρος των
κροκαλοπαγών και μαρμάρων ποιότητας
κατά την αρχαιότητα.
Ο Paolo Silenziario αναφέρει
ότι το χρώμα του μαρμάρου αυτού ήταν μια
ανάμιξη κόκκινου και λευκού. Το φόντο,
κόκκινου χρώματος, δεν παρουσίαζε
καθόλου λευκές φλέβες ή μαύρες
γραμμώσεις.
Η αναγνώριση του
κροκαλοπαγούς και η διάκριση του από το
Rosso antico γινόταν από τα μικρά πολυάριθμα
θραύσματα γκριζόλευκου μαρμάρου. Το
κόκκινο φόντο αποτελούσε ουσιαστικά τη
συγκολλητική ύλη.
Δείγματα βρίσκονται
στη Ρώμη, στην Εκκλησία S. Luigi dei Franzesi όπου
δύο κολόνες από το μάρμαρο αυτό, κοσμούν
έναν τάφο στο προαύλιο.
ΤΑ ΜΑΡΜΑΡΑ
ΤΗΣ ΣΚΥΡΟΥ
SKYROS MARMOR
Η ονομασία αυτή δίνεται
στα κροκαλοπαγή πετρώματα ή κροκαλοπαγή
μάρμαρα, που κατά την αρχαιότητα
εξορύσσονταν στη Σκύρο των βόρειων
Σποράδων. Τα μάρμαρα που φέρουν το όνομα
αυτό είναι:
— Skyros A Di Grecia
— Skyros Grec ciaro.
— Skyros rouge.
Skyros A Di Grecia :
Πρόκειται για ένα
κροκαλοπαγές μάρμαρο ομογενές, συμπαγές
με σακχαροειδή ιστό και μέτρια
σκληρότητα.
Υπερισχύει το λευκό
φόντο, που διασχίζεται από πολύχρωμες
φλέβες. Με την επίδραση αραιού Η(Χ πάνω
σε σκόνη από το μάρμαρο αυτό, καθιζάνει
ίζημα, ενώ παραμένει αμετάβλητο το ροζ
χρώμα του διαλύματος. Η περιεκτικότητα
σε CaCO3 φτάνει μέχρι 98%, ενώ περιέχεται
ακόμη 1% πυρίτιο, ελάχιστος τρισθενής
σίδηρος και ίχνη από μαγγάνιο.
Skyros Grec ciaro:
Είναι ένα
κροκαλοπαγές μάρμαρο με σακχαροειδή
μάζα και κανονικές τιμές σκληρότητας
και συνεκτικότητας. Έχει λευκό φόντο,
που διασχίζεται από χαρακτηριστικές
πολύχρωμες φλέβες. Το μάρμαρο αυτό δίνει
σκόνη λευκή με ελαφρά γκρίζα απόχρωση.
Έχει περιεκτικότητα σε CaCO3 98%, λίγο
πυρίτιο, ελάχιστο τρισθενή σίδηρο και
ίχνη μαγγανίου. Είναι λευκό χωρίς
χρωματισμό.
Το χρώμα των φλεβών
οφείλεται στον περιεχόμενο αιματίτη,
αλλά και στα θραύσματα μαγνητίτη, τα
οποία προσδίδουν στο υλικό μια
μεταλλική όψη, όμοια με εκείνη που
παρουσιάζουν οι φλέβες των κροκαλοπαγών
μαρμάρων της Ceravezza της Carrara και της Versilia.
Το μάρμαρο αυτό είναι κατάλληλο για
εσωτερικές χρήσεις και για την
κατασκευή κολόνων, στηλών, τόξων και
αψίδων, τα οποία μπορούν να τοποθετηθούν
σε εξωτερικά, μη εκτεθειμένα στους
ατμοσφαιρικούς παράγοντες, σημεία των
κατασκευών.
Πρόκειται για ένα
τυπικό κροκαλοπαγές μάρμαρο, με μέτρια
σκληρότητα και αντοχή στη θραύση. Είναι
συμπαγές, ομογενές και περιέχει
ανθρακικό ασβέστιο σε αναλογία 96%,
πυρίτιο σε αναλογία 2%, λίγο τρισθενή
σίδηρο και ίχνη μαγγανίου.
Έχει κόκκινο καφέ φόντο
που διασχίζεται από κίτρινες φλέβες. Η
σκόνη του είναι χρώματος ροζ, με ελαφρά
ιώδη απόχρώση.
Οι αποχρώσεις αυτού του
μαρμάρου είναι ιδιαίτερα έντονες και
οφείλονται στον περιεχόμενο αιματίτη,
στο μαγγάνιο που προσδίδει το κόκκινο
χρώμα, και στις πυριτικές ενώσεις του
μαγγανίου, στις οποίες οφείλονται οι
ιώδεις αποχρώσεις του μαρμάρου. Το
κίτρινο χρώμα των φλεβιδίων οφείλεται
στον περιεχόμενο Λειμωνίτη.
Η ποιότητα αυτού του
μαρμάρου, το οποίο εξορύσσεται εδώ και
2.000 χρόνια, θεωρείται άριστη. Το υΛ\ικό
αυτό συνιστάται και για εξωτερικές
χρήσεις, γιατί τα χρώματα παραμένουν
αναλλοίωτα με την επίδραση των
ατμοσφαιρικών παραγόντων.
ΤΟ
ΣΙΠΟΛΙΝΟ ΤΗΣ ΚΑΡΥΣΤΟΥ
MARMO CIPOLLINO ANTICO
Πρόκειται για το
μάρμαρο Καρύστου-Στύρων. Το μάρμαρο αυτό
ήταν γνωστό από την αρχαιότητα με το
όνομα "Καρυστία λίθος" ή "Καρύστιο
μάρμαρο". Οι Ρωμαίοι το ονόμαζαν Marmo
caristium, γιατί εξορυσσόταν κοντά στην
Κάρυστο της νότιας Εύβοιας. Τα αρχαία
Λατομεία διατηρούνται και σήμερα.
Το μάρμαρο Cipollino antico
είχε ανοιχτό πράσινο χρώμα, με
σκουρόχρωμες πράσινες φλέβες,
χαρακτηριστικό που το διαφοροποιεί από
τα Cipollini moderni. Η λέξη Cipollino οφείλεται στην
ομοιότητα των φλεβών του μαρμάρου αυτού
με εκείνες του κρεμμυδιού.
Χαρακτηρίζεται από λευκό σακχαροειδή
κρυσταλλικό ιστό και περιέχει έγχρωμες
μίκες και τάλκη. Συχνά παρατηρείται
διάσπαρτο το λευκό και κόκκινο χρώμα.
Ο Stazio papinio, ποιητής του 1ου
αιώνα παρομοίαζε το μάρμαρο Cipollino με τα
κύματα της θάλασσας γιατί "έμοιαζε με
αυτά τόσο στο χρώμα, όσο και στη μορφή".
Υπάρχουν διαφορές ποικιλίες του
μαρμάρου αυτού, όπως το Mandolato verde, με
πράσινες ραβδώσεις που διασταυρώνονται
μέσα στο λευκό φόντο, το Mandolato rosso, με
κόκκινο φόντο και κόκκινες ραβδώσεις
και το Cipollino marino, που χαρακτηρίζεται από
μια λευκή συμπαγή μάζα με πολυάριθμα
λεπτά φλεβίδια έντονου πράσινου
χρώματος.
Δείγματα της
τελευταίας ποικιλίας μαρμάρου υπάρχουν
στη Villa albani κοντά στη Ρώμη.
Οι Ρωμαίοι θεωρούσαν το
Marmo cipollino μέτριας ποιότητας, γιατί
χαρακτηρι'zεται από μεγάλη σχιστότητα
και εύκολο αποχωρισμό κατά μήκος των
πράσινων σωματιδίων, ιδιότητα που το
καθιστά ακατάλληλο για την
αγαλματοποιία. Αποτελεί όμως άριστο
υλικό διακόσμησης των οικοδομών και οι
αρχαίοι το χρησιμοποιούσαν υπό μορφή
ορθογωνίων ογκόλιθων, μερικές φορές
γιγαντιαίων διαστάσεων, όπως δείχνουν
οι πολυάριθμες εγκαταλειμμένες κολόνες
στα αρχαία Λατομεία της Καρύστου.
Κατά τις πρώτες
δεκαετίες του αιώνα, έγινε εντατική
εξόρυξη του μαρμάρου Καρύsτου-Στύρων και
χρησιμοποιήθηκε, τόσο στην Ελλάδα όσο
και στο εξωτερικό. Από το μάρμαρο αυτό
αποτελούνται οι κίονες της Δημόσιας
Βιβλιοθήκης στη Ν. Υόρκη, διάφορες
διακοσμήσεις και αρχιτεκτονικά μέλη του
New sessions house, του Ρωμαιοκαθολικού
Καθεδρικού Ναού Westminster και των αιθουσών
αναψυκτικών του Waterloo Station του Λονδίνου,
οι παραστάseiw της αίθουσας τελετών του
Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης, οι
επενδύσεις των υπόγειων διαβάσεων της
Ομόνοιας κ.ά.
ΤΟ ΠΡΑΣΙΝΟ
ΤΗΣ ΛΑΡΙΣΑΣ
VERDE ANTICO
DI LARISSA
Πρόκειται για το
πράσινο μάρμαρο της Λάρισας, γνωστό και
με την ονομασία "πράσινος θεσσαλικός
ή ατράγιος λίθος". Κατά την αρχαιότητα
έγινε εντατική εξόρυξη μαρμάρου σε
πολλές θέσεις στην περιοχή. Πολλά από τα
αρχαία λατομεία διατηρούνται ακόμα
ανέπαφα.
Το πράσινο μάρμαρο της
Λάρισας είναι στην πραγματικότητα
λστυποπαγες σερπεντινπη - μαρμάρου.
Αποτελείται από γωνιώδεις λατύπες
διαφόρων διαστάσεων και από την
ενδιάμεση μάζα. Ορισμένες λατύπες είναι
πρασινόμαυρες και αποτελούνται από
σχιστοφυή σερπεντινπη και άλλες είναι
τεφρό-λευκού χρώματος και αποτελούνται
από γνήσιο μάρμαρο. Η ενδιάμεση μάζα η
οποία είναι λευκοπράσινη ως πρασινωπή
και αποτελείται κυρίως από λεπτοκοκκώδη
ασβεστίτη, συγκολλά τις λατύπες και
καθιστά το πέτρωμα πολύ συμπαγές. Μέσα
στη μάζα αυτή συναντώνται επίσης
φλεβίδια και φακιόλια αμίαντου, του
ίδιου ή ανοικτότερου χρώματος.
Οι πράσινες αποχρώσεις
του λατυποπαγούς αυτού μαρμάρου
οφείλονται στο δισθενή σίδηρο, χλωρίτη
και σερπεντίνη. Το "Verde antico" όπως
λεγόταν στη διεθνή αγορά, ήταν υλικό
πολύ καλής ποιότητας και
χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα.
Από το μάρμαρο αυτό
αποτελούνται διάφορες διακοσμήσεις και
αρχιτεκτονικά μέλη της Τράπεζας County
Westminster, του Ρωμαιοκαθολικού Καθεδρικού
Ναού (Westminster) και του New Sessions House του
Λονδίνου, οι κολόνες των ναών Αγίου
Δημητρίου και Αγίας Σοφίας Θεσσαλονίκης
κ.ά.
|
Unfortunately
till today there has been published no systematic registration of the
large number of ancient Greek quarries that offered the splendid marble
output that used for the construction of most significant monuments in
ancient Greece and other archaic cities. In his most interesting work
entitled "Stones of Greece useful to marble art", the professor
of the Athens Polytechnic School, Mr loannis Papageorgakis has included
several historic information.
Moreover, the Italian expert
Mario Pieri, by his book "MARMOLOGIA", attempts a systematic
registration of the marble types produced all over the world and refers
several of the marble types extracted in Greece during the ancient times.

Based upon the above material,
but also to data from other various sources, some interesting details are
published for the Greek marble types produced in ancient times.
These details, "cultural
inheritance" of the sector, evidence of a long tradition in marble
art that was kept for centuries, can be a most advantageous element for
the marble exporting companies in dealing with the hard competition in the
international market.
PENTELIKON MARBLE
BIANCO Dl
PENDELI
By the names "Bianco di
Pendeli", "Bianco Statuaire" and "Marmo Greco
Fino", the famous white marble type of Penteli is famous in the
international market.
In the ancient times, its
production started at the southwest side of the mountain Penteli, today
known as Spilia Valley.
The Pentelikon marble was used
for the construction of the Parthenon, the Erechtheum, the Propylaea of
the Acropolis, the Theseum, the temple of Olympius Zeus and several other
temples and monuments of Athens and other ancient Greek cities.

Today, in the area of the
ancient quarries and at an altitude of 700 m., one of the ancient
quarrying fronts still remains at a rather good condition.
The contemporary quarrying
operations in Penteli started in 1836 and continued till 1976 at various
sites of the south side of the Penteli mountain.
During that period, the
Pentelikon marble was used for the construction of the Vallianios Library,
the Academy of Athens and other significant buildings.
Since 1976 the quarrying of
the Pentelikon marble has been continued but only in the north side of the
Penteli mountain, at the area of Dionyssos, that is invisible from the
site of Athens.
The Pentelikon marble has pure
white color, very good resistance and properties that allow its easy
excavation and process.
After its exposition in
the atmospheric factors, a gold surface coating is created upon it, that
makes the statues, made of it, very imposing.
The Pentelikon marble has been
widely used in decoration and architecture and is very suitable for
exterior areas; it is also very suitable for sculpture.
Two types of the Pentelikon
marble are known since antiquity: the "Pentelique Statuaire" and
the "Marmo Greco Fino" or "Manner Pentelicum", as
called by the Romans.
The type Pentelique Statuaire
differs from the white marble as concerns its shade, that can not be
easily described; only an expert can tell the difference. This is the type
that was used in architecture and, especially, in sculpture.
It has been reported that
during the classical era, the sculptors used this marble type for the
construction of the naked parts of their statues.
The Pentelique Statuaire is a
unique marble type of exceptional quality. The only marble types that it
could be compared with, are those of Carrara and Versilia, but without
having a certain contrasting mode among them.
The type Greco Fino knew the
most appli cations in the architecture of the Romans and in the Greek
sculpture. It is a pure white marble type with very fine grains (it
differs from the type of Paros which has bigger grains).
This marble type has been used
for a statue of Hermes, with the head of the young August’s, nowadays in
the museum of Ciaromonti in the Vatican.
MARBLE OF
THASSOS
MARMO GRECO LIVIDO
This marble was discovered in
Thassos by the Phoenicians, who in 24 B.C. had turned the island into a
big navigation center.
The numerous ancient quarries
that still exist on the island evidence the systematic and intensive
marble excavation. The data given by the researches of the French
Archaeological School, the ancient quarries operated during the archaic
era, but mainly in the Classical and Roman times, as well as in the
Byzantine era.
The Thassian marble had white
yellowish color, of solid structure and shining, medium sized crystals.
Although it was consider inferior to other Greek marble types, it was
widely used by the ancient Greeks Marble artists.

A white thick grained marble
type was produced in Thassos at north east of the island, in the peninsula
of Alyki, where big marble blocks remain still today. White marble was
also quarried at the Cape of Fanari, at the north east of Thassos, where
several signs of ancient quarrying activities can be seen, as well as at
the Cape of Vathi, in a little further distance, where the archaeologist
W. Deonna noticed several processed pieces of marble in 1990.
Several remains of engraved
stones can be seen even today in that area.
It is known that at the quarry
of Akiratos, a Thassian man who in the end of the 6th c. B.C. built a
tower at the Cape of Pyrgos of Thassos. This tower was to serve as his
tomb, as we can learn from the inscriptions which can be read upon its
discovered remains:
"This is the tomb of
Akiratos, son of Frasiiridis, lying at the edge of the boat shelter, to
rescue the boats that travel and the sailors. Farewell" (Inscr.
Grace. XII, 8, 683).
Another quarry that was opened
for the construction of two statues representing two ram-bearing young men
- one of which is today sited in the museum of Thassos - was rather
located near the Acropolis of the island, at the temple of Pythius Apollo.
The Thassian marble was
exported to Samothrace, to other around islands, the coasts of the Minor
Asia, south Greece. In the center of the temple of the Big Gods in
Samothrace, the Temenos, a rectangle enclosure, built about 340 B.C.
probably by Philip, had a portico made of Thassian marble.

Another building, erected by
queen Arsinoi in 288-281 B.C., notorious for her intrigues against even
her husband Lysimachus, king of Thrace, dedicated to the temple, was also
made of Thassian marble.
In Rome, later, the Thassian
marble was imported in big quantities from the 1st c. B.C. till the 3rd
c.a. According to Plinius (Hist. Nat., XXXVI, 6, 64), people in Rome were
very font of the Thassian marble types.
As concerns Thassian marble,
there are several references in ancient records:
Vitruvius wrote in 25-23 B.C.
(De architecture, X, II, 15) that the shepherd Pixidarus with some
inhabitants of Ephesus decided to erect the temple of Artemis. The marble
quantities, needed for that building, were to be transported by Paros,
Prokonisos, Heraclea and Thassos.
Plutarch in his Parallel Lives
of Illustrious Greeks and Romans in the 1st c. A.D. (Cato, 11), mentions
that Cato made a monument from Thassian marble on the behalf of his
brother at Ainos of Thrace. Seneca, who visited the mansion of Scipio
Africanus in Rome, appreciating the character and simple living of the
man, mocks his fellow-citizens, the new aristocracy of the 1st c.
A.D.
. This temple had a marble
basis around which was enclosed by a structure made of Thassian marble
MARBLE OF
NAXOS
MARMO Dl NAXOS
In the ancient time, this
marble type was quarried in the quarries, where several signs of
the ancient excavation enterprises are still visible.
The marble produced from these
quarries was white with a light ash-colored shade and with darker zones
and veins, whilst ash-colored grains were sometimes scattered all over the
marble surface. It was opaque and thick-grained.
The colossus of Apollo, a
semi-finished statue of 10.5 m length,
was of this marble and was near one of these ancient quarries at the north
part of Naxos.
LYCHNITIS OF
PAROS
MARMO
GRECHETO DURO
This was the famous marble of
Paros, better known as "Lychnitis, and in Italy as Marmo Greco Duro.
The Lychnitis is snow-white
with a light ash-colored shade and medium-sized grains. The calcite
crystals, generally of an irregular shape, are clear, a property that
allowed the big transparency of samples with 35 mm thickness.
This transparency offered a
special glamour and vividness to the statues made of Lychnitis, mainly to
the segments representing nude parts of the human body.
The Lychmtis was used for the
construction of the most that reminded the bulb of onion.
The Imittio marble was the
first type imported by the Romans from abroad. The marble was imported as
pillars several of which support the main narthex of S. Maria Maggione in
S. Pietro in Vincali and in the church of S. Paolo.

The stone that was produced in
the recent years, was mainly used for floor veneers, whilst it had few
uses for exterior applications, one of which is that of the Agricultural
Bank of Greece in Thessaloniki.
MARBLE OF
AGRILESA
MARMO Dl AGRILESA
It is the marble of
Lavreotiki. In the valley of Agrilesa, about 4 km north of the Cape of
Sunio, there were ancient quarries, which produced the marble for the
construction of the temples of Poseidon and Athena in Sunio. The marble of
Agrilesa was white and thin-grained, but it had a light ash-colored shade
with, sometimes, ash veins.
In contrast with the monuments
constructed from the Pentelikon marble, the marble parts of the temples of
Sunio do not bear the characteristic brownish covering, although they have
suffered big corrosion.
This is due to the
absence of ferrous powder from the marble of Agrilesa. Its gray shades
were due to the carbide powder and the transparency of the calcite.
MARBLE OF
CORFU
SELENITE Dl CORFU
It was a marble type quarried
in Corfu in the ancient times. It presented a compact structure with
medium-sized grains, with moderate hardness and small splitting
resistance. It was of white-ash color.
It should be noted that the
name given to the marble of Corfu is incorrect.
MARBLE OF
LACONIA
MARATHON DE GREECE
This marble type is produced
in the area of Laconia. It is characterized by its compact structure with
medium grains. It presents moderate splitting resistance and, when
polished, has a white-gray color with several, well-shaped light colored
veins. In general, it is a marble type of modest quality and is
recommended for interior uses.
MARBLE OF
CORINTH
MARMO GIALLO
TIGRATO ANTICO
The ancient Romans called this
marble type as "marmor corinthium", because it was produced in
the region of Corinth. On his polished surface, one can see a light color
with dark round veins that sometimes are very strong so that the product
presents a resemblance with the skin of panther or leopard.
It offers excellent
polished surfaces, but sometimes appears some holes that make it
unsuitable for some applications.
Today there are several slabs
of this marble near the tomb of Cardinal Taledo and at the church of S.
Maria Maggiore in Rome. Moreover, last century more samples were
discovered during researches near Monte Calvo in Sabina (region of Rome).
MARBLE OF
OLYMPIA
MARMO GRECO DURO
ANTICO
As this marble type had a
thinner and lighter structure, the ancient Romans gave it the name of
"marmor porinum" (pore, opening), wishing to make a parallelism
with the porous of tuff.
This observation was not
trustworthy, because this marble type was very compact, rigid and had much
use in sculpture, although it was not a material of premium quality.
The quarries that produced
this material were sited near Olympia of Peloponnese. This marble was used
for the construction of the temple of Olympius Zeus, the tomb of Darius in
Persepoli (Persia-Iran) and the sculpture "Belvedere" that
adorns the Museum of Vatican. S. Isidore of Seville named this marble as
"chemites".
MARBLE OF
LESVOS
MARMO GRECO
GIALLOGNOLO
The ancient Romans called this
marble as "marmor lesbium", because its extraction was made on
the island of Lesvos.
It had microcrystalline solid
structure and whitish color with yellowish shade. The color
characteristics of this marble type were more profound than those of the
gray Greek marble or of the Thassos marble.
The marble of Lesvos was
widely used by the sculptors, because its coloring much resembled to that
of the human skin.
This marble was used for the
construction of the statues of Venus of the Capitol and of Giulia Pia that
is sited today in the Museum of Vatican. This material was much used for
the construction of tombs and memorials, as well.
BLACK OF TAINARO
MARMO NERO ANTICO
The Romans called this marble
as “marmor taenarium”, because its extraction was made near the Cape
of Tainaro of south Peloponnese. Several essayists have called it
"the melan marble", but without supplying any information about
its quarrying.
Contemporary investigators,
who have made researches for such quarries all over the region of the Cape
of Tainaro, could not find any evidence about the exact quarrying site of
this black rock.
The peninsula of the
Cape of Tainaro is consisted mainly by marble, colored from ash-colored
till white, which has no association with the nero antico.
Anyway, this marble type was
most beautiful and was considered as a very luxurious marble type. It had
thin grains with compact structure and deep black color. Sometimes it
contained some small, white capillary veins.
Samples of this marble exist
today in the Capitol of Rome, two pillars in the Church of Regina Coeli, a
magnificent table at the palace Altemps etc.
BLACK OF CHIOS
MARMO AFRICANO
ANTICO
The Romans called it as
"marmor chium" because it was quarried on the island of Chios.
Later this marble was named, inaccurately, africano"
According to Plinius (1st c.
A.D.), this marble was black with colorful spots, without having any
veins. It also had compact structure and great hardness.
In the old times, this marble
had a systematic excavation and its annual production was very high. This
rock was used for the construction of the walls of the city of Chios.
Samples of it can also be seen in Italy, and more precisely in Rome.
The pillars of the
facade of the Basilica of St Peter have been made of this marble and in
octagon yard of the Museum of Vatican there is a section of a pillar,
which is considered as the most beautiful piece of this Museum.
There were some other marble
types quarried in Chios in the ancient times, such as the grigio
africanato with ash spots and verde africanato with green spots.

MARBLE OF
RHODES
MARMO GIALLO E NERO
ANTICO
This marble type was called as
"marmor; rhotliujm" because it was quarried from the quarries in
Rhodes. This island was the head of the islands of the Roman province in
the era of Diocletianus (297 A.P).
According to Plintus, this
marble had a compact arid resistant structure with a black colored, veined
by numerous gold veins.
The mask in tomb of Paul III
(Alessandro Farnese, pope of Rome) has been made of, this marble, that
much resembled to the Italian marble type "portoro", quarried at
the area of La Spezia; but it is not possible for the Italian marble type
to haw been used for the construction of 'the monument, because when its
excavation smarted, the sculptor of this mask, Gulieimo Delia Porta di
Pbrlezza (1500-1577) had already died.
The marble of Rhodes had also
been used for the construction of elements to ornament the gates, windows
and pillars of the 'Palace of Knights of Rhodes.
It should also be said that
the marble of Rhodes could be considered as marble
"portoro antico".
PINK OF
EPIRUS
ROSE EPIRE
This marble was quarried in
the ancient times in the Epirus. It was compact limestone that was altered
to a crystalline marble type. It is characterized by a yellowish color
with a light pink shade and red veins; one can also notice dispersed,
various unusual contours of gray color, whilst in the compact mass of the
stone there are several residues of petrifacts.
Thus this marble consists a
conglomerate stone with great hardness and resistance. It is easy to be
processed, resistant, compact and with dense granular mass. The color of
the characteristic veins of the marble of Epirus is due to its haematic
content.
It is a material of very good
quality, suitable for exterior uses. This pink limestone has been used for
the construction of the bathrooms of the royal palaces of Athens and
Tatoi, the veneers of the lobby of the Archaeological Museum of Athens
etc.
RED OF ERETRIA
ROSSO Dl
ERETRIA
This is the famous marble of
Eretria, that owns its name to the ancient city of Eretria where, today,
one can see only the remains of the port and of the acropolis.
The presence of ancient
quarries, 3 km north-east of Eretria, confirms that this rock had wide use
during the archaic and Byzantine times as an ornamental material for
temples and buildings.
The marble of Eretria has a
thin granular mass, high break resistance, great hardness; whilst it is
easy to be polished.
A wide range of partners with
brownish-reddish, pink, white and green-ash colors characterizes it at
various shades. The white and ash areas form veins of various shapes and
sizes.
Moreover, one can see
dispersed black veins and spots. Its coloring is due to the haematic
powder that the rock contains, whilst the included manganese fixes its
color better and makes the rock less sensitive to the effects caused by
the environmental factors.
The marble of Eretria offers
an excellent material for the decoration of interior areas and buildings,
due its vivid colors that make fine and various design combinations. For
this reason, this rock has a wide use in decoration and architecture.
RED OF CHIOS
BRECCIATO ROSSO
ANTICO
The ancient Romans named this
rock as "marmor Lydium". It is considered that this marble was
rather quarried in an area of Chios, where the biggest part of
conglomerates and marble of high quality were produced in the ancient
times.
Paolo Silenziario reported
that the color of this marble type is a mixture of red and white. The
background, of red color, did not present any white veins or black lines.
The recognition of the
conglomerate and its distinction from the Rosso Antico was made by the
numerous small particles of the gray white marble. The red background was
actually the sticking means.
Samples of this marble can be
seen in Rome, at the church of S. Luigi di Francesi, where two pillars
made of this marble ornament a tomb in the yard.
MARBLE OF
SKYROS
SKYROS
This name was given to the
conglomerates that in the ancient times were quarried on the island of
Skyros, north Sporades. The marble types that bear this name are:
— Skyros Alfa di Grecia,
— Skyros Grec Ghiaro,
— Skyros rouge.
SKYROS ALFA DI GRECIA:
This is a homogenous
conglomerate, with compact structure and medium hardness.
The white background, with
designs of colorful veins, dominates. The influence of thin HCL upon the
powder of this marble type, sinks a sediment, whilst the pink color of the
solution remains unchanged. Its content in CaC03 reaches up to 98%, whilst
it still contains 1% silicon, little iron and traces of manganese.
SKYROS GREC CHIARO:
It is a conglomerate marble
type with usual degrees of hardness and cohesion. It has a white
background, with designs of colorful veins. This marble type produces a
white powder with light gray shade. It contains 98% CaC03, a
few silicon, little iron and traces of manganese. It is white without any
coloring.
The color of its veins is due
to the included haematic, but also to the segments of magnetite, which
give the rock a metallic view, similar to that presented by the veins of
the conglomerates of Seravessa, Carrara and Versilia.
This marble type is suitable
for interior uses and for the construction of pillars and arches that can
be placed at the exterior areas of the construction, but which should not
be affected by the environmental factors. It is a homogenous and compact
rock that contains 96% calcium carbonate, 2% silicon, little iron and
traces of manganese.
It has red background veined
by yellow lines. Its powder is pink, with light iodine color shade. The
color shades of this marble are especially profound and are due to the
contained haematic, the manganese that provides the red color and the
silicate compounds of the manganese that cause the iodine color shades of
the marble.
The yellow color of the
veins is due to the contained limonite.
The quality of this marble
type, which has been under production for 2000 years, is considered very
high. It is recommended for exterior applications, because its colors
remain untouched by the environmental factors.
CIPOLLINO OF KARYSTOS
MARMO CIPOLLINO
ANTICO
This is the marble type of
Karystos-Styra. This rock was famous in the ancient times by the name
"Karystia lithos" or "Karystio marmaro". The Romans
called it as "marmo carystium" because it was produced near
Karystos, in south Evia. The ancient quarries remain till today.
The marble "cipollino
antico" had a light green color, with dark green veins, a
characteristic that makes it differ from the cipollini modemi.
The word cipollino is due to
the resemblance of the veins of this marble with those of an onion. It is
characterized by white crystalline structure and contains colorful mica
and talc. One can often see white and red areas on this rock.
Stazio Papinio, poet who lived
in the 1st c., called this marble cipollino with sea waves because it
resembled with those both in color and shape.
There are various varieties of
this marble, such as "mandorlato verde", with green veins
crossed in white background, "mandorlato rosso", with red
background and red strips and "cipollino marino", characterized
by a white compact mass with numerous thin veins of profound green color.
Samples of this variety can be seen in Villa Albani near Rome.
The Romans considered marmo
cipollino of moderate quality, because it is characterized by easy
splitting, a property that makes it unsuitable for sculpture.
But it is an excellent
material to decorate buildings and the ancient people used it as
rectangular blocks, sometimes of very big dimensions, as the numerous
pillars reveal it in the ancient quarries of Karystos.
During the last decades of the
century, there has been made an extensive excavation of the marble of
Karystos-Styra and has been widely used in Greece and abroad.
This marble has been used for
the construction of the pillars of the Public Library of New York, various
decorative and architectural building elements of the New Session House
(Old Bailey), the Westminster Cathedral and refreshing rooms of the
Waterloo Station of London, the ceremony hall of the University of
Thessaloniki, the veneers of the underground passages of Omonoia Square
etc.

GREEN OF LARISSA
VERDE ANTICO
Dl LARISSA
This is the green marble type
of Larissa, known under the name "prasinos thessalikos" or
"atraghios lithos". In the ancient times an extensive excavation
was made for this marble type in various areas of Larissa.
Most of these quarries
still remain untouched. The green marble of Larissa is a breccia
serpentine - marble.
Some breccia are green-black
and are composed of serpentine; whilst other breccia are white-ash and are
composed of pure marble.
The containing mass, which is
from white-green to green and is mainly composed of thin-grained
limestone,fastens the breccia and makes the stone very compact.
The mass of the rock also
contains thin veins of asbestos, of the same of lighter color shade.
The green color shades of this
breccia marble are due to the iron, chloride and serpentine. The
"Verde antico", as it has been called in the international
market, is a material of very good quality that has been widely
used.
Several decorative and
architectural elements has been made of this material, such as in the
County Westminster and Parr Bank, the Westminster Cathedral, the New
Sessions House of London, the pillars of the churches of Ag. Dimitrios and
Ag. Sofia in Thessaloniki etc.
|